τρίσκοτος

τρίσκοτος
-η, -ο, Ν
πολύ σκοτεινός, θεοσκότεινος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. τρι-* + σκότος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”